Gewinner der Karl Max von Bauernfeind-Medaille 2016
Logik, Moral und Welten
fatum 2 | , S. 23
Inhalt

Ανήθικα Χρέη

Unmoralische Schulden

Griechisch

„Αποδώσατε λοιπόν εις όλους ό,τι τούς οφείλεται.. φόρον εις εκείνον πού οφείλεται φόρος, δασμός εις εκείνον που οφείλεται δασμός, σεβασμός εις εκείνον που οφείλεται σεβασμός, τιμή εις εκείνον που οφείλεται τιμή“.1 Σύμφωνα με την χριστιανική ηθική, που διέπει στο μεγαλύτερο κομμάτι του τον δυτικό πολιτισμό, η ύπαρξη ενός χρέους, είτε κοινωνικού είτε υλικού, είναι αρνητική και το χρέος αυτό πρέπει να καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση. Ισχύει όμως εν τέλει αυτό το δογματικό πρόσταγμα σε όλες τις μορφές κοινωνικών σχέσεων που αναδύονται και πραγματοποιούνται μεταξύ ατόμων αλλά και θεσμών; Πως ορίζεται μία οφειλή ποιοτικά όσο και ποσοτικά, ειδικά στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, όπου ο δανεισμός θεωρείται ως το κυρίαρχο εργαλείο για την λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας;

Για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα είναι αναγκαίος ο εντοπισμός του ρόλου του χρέους στις κοινωνικές σχέσεις μέσω της ηθικής. Η ηθική μπορεί να ερμηνευτεί ως το σύνολο των συμπεριφορικών κανόνων που ισχύουν σε μία κοινωνική ομάδα και υιοθετούνται από το άτομο σε νεαρή ηλικία. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται σε δύο φάσεις, όπου το άτομο βρίσκεται αρχικά σε κατάσταση ετερονομίας και στην συνέχεια αυτονομίας.2 Στη φάση της ετερονομίας οι ηθικοί κανόνες επιβάλλονται εξουσιαστικά και το άτομο πρέπει να τους αποδεχτεί. Σε περίπτωση παραβίασης τους η τιμωρία, σε οποιαδήποτε μορφή της, θεωρείται ηθικά αποδεκτή και αναμενόμενη. Στην φάση της αυτονομίας οι ηθικοί κανόνες γίνονται διαπραγματεύσιμοι, αναπτύσσεται η κοινωνική συνείδηση του ατόμου και η αμοιβαιότητα γίνεται το βασικό συστατικό κοινωνικοποίησης. Αυτό συμβαίνει διότι η ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής κοινωνίας απαιτεί την συνεργασία και η βάση της συνεργασίας είναι η αμοιβαιότητα. Το ηθικό χρέος δημιουργείται όταν μία σχέση αμοιβαιότητας μείνει ανολοκλήρωτη. Το άτομο που δεν ικανοποιεί τον ισχύοντα αμοιβαίο συμπεριφορικό κανόνα βρίσκεται στη θέση να χρωστάει, αφού οι υπόλοιποι είχαν μία συγκεκριμένη προσδοκία από αυτό, η οποία έμεινε ανικανοποίητη.

Οι κανόνες που είναι αποτέλεσμα σχέσης δύναμης αλλά και η ανήθικη παραβίαση τους, η αμοιβαιότητα ή η μη ολοκλήρωση της καθώς και η κοινωνική συνείδηση διέπουν λιγότερο ή περισσότερο όλες τις ηθικές συμπεριφορές. Αναλόγως μάλιστα από το άτομο και την περίσταση ο ίδιος φαινομενικά ηθικός κανόνας μπορεί να πάρει τελείως διαφορετική ερμηνεία. Έτσι ο σεβασμός και η τιμή για κάποιον μπορεί να ερμηνευτεί ως το „να υπακούς“ ή „να αναγνωρίζεις την δύναμη του άλλου“3, ερμηνεία που συναντάται πολύ συχνά στις σχέσεις της μαφίας. Αντίθετα μπορεί επίσης να ερμηνευτεί ως το να αναγνωρίζεις όσα έχει προσφέρει κάποιος σε μία κοινωνική ομάδα και να τον θεωρείς ισότιμο μέλος.

Το ίδιο ισχύει και για το χρέος. Στην κοινωνία των Tiv στην Νιγηρία είναι ηθικά θεμιτό η αμοιβαιότητα να μην ολοκληρώνεται ποτέ εξολοκλήρου και να υπάρχει έστω και ένα μικρό παραμένον χρέος, καθώς η αποπληρωμή ενός χρέους σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος μίας κοινωνικής σχέσης.4 Κοινωνίες εσκιμώων, έως και την αλλοτρίωση τους από τον δυτικό πολιτισμό, ήταν οργανωμένες έτσι ώστε οτιδήποτε συνείσφερε κάποιος θεωρούταν ότι άνηκε σε ολόκληρη τη φατρία.5 Έτσι η αμοιβαιότητα γενικευόταν από το άτομο προς την κοινωνία ολόκληρη και όχι προς κάθε μέλος ξεχωριστά.

Η διαφοροποίηση στην μορφή που παίρνει το χρέος φαίνεται και στον τρόπο που κάποιος ζήταγε μια γυναίκα από την οικογένεια της για την να παντρευτεί ανά κοινωνία. Στην τοπική κοινωνία των νησιών Φίτζι ο άντρας έδινε συμβολικά ένα δόντι φάλαινας στην οικογένεια, για να αναγνωρίσει το χρέος του. Το δόντι φάλαινας στην περιοχή αποτελούσε το αντικείμενο με την μεγαλύτερη κοινωνική αξία και χρησιμοποιούταν για την αναδιάταξη των ανθρώπινων σχέσεων, η αξία των οποίων ήταν ανεκτίμητη.6 Ανάλογες παραδόσεις υπάρχουν και σε άλλες κοινωνίες, όπου πολλές φορές το δώρο είναι κάποιο χρηματικό ποσό. Στην Ελλάδα αντίθετα το χρέος δεν ανήκε σε αυτόν που παντρευόταν αλλά στην οικογένεια που παραχωρούσε την νύφη. Αφού ο άντρας έπρεπε να συντηρεί την νύφη και αφού η οικογένεια πια θα είχε λιγότερα έξοδα, έδινε στο γαμπρό χρήματα, αγαθά ή ένα μέρος της περιουσίας μαζί με την νύφη, για να αναπληρώσει το χρέος που είχε δημιουργηθεί.

Ανεξαρτήτως όμως πως λειτουργεί η αμοιβαιότητα ανά κοινωνία και αν ένα χρέος έχει θετική ή αρνητική υπόσταση, η παραβίαση του ισχύοντος συμπεριφορικού κανόνα αντιμετωπίζεται πάντα ως ανήθικη. Πολλές φορές σε τέτοιο βαθμό που καθιστά θεμιτή οποιαδήποτε τιμωρία. Η ύπαρξη σκλάβων αιτιολογείται ηθικά για ακριβώς αυτόν τον λόγο. Στην αρχαία Ελλάδα όταν κάποιος δεν μπορούσε να ξεπληρώσει το οικονομικό χρέος που είχε, τότε αυτός και ολόκληρη η οικογένεια του γινόντουσαν σκλάβοι και μάλιστα ονομάζονταν «πελάτες».7 Στον πόλεμο οι ηττημένοι γινόντουσαν σκλάβοι αφού στην κυριολεξία χρωστούσαν την ζωή τους στον κατακτητή, διότι θα μπορούσαν κάλλιστα να τους είχαν σκοτώσει. Στην αρχαία Μεσοποταμία απαγορευόταν η πώληση γυναικών μέχρι την στιγμή που κάποιος έπαιρνε δάνειο.8 Μία άλλη επιλογή ήταν να γίνουν πόρνες. Μάλιστα για να διαχωρίζονται κοινωνικά οι «σεβαστές» από τις «μη σεβαστές γυναίκες», όσες δεν ήταν σκλάβες ή πόρνες έπρεπε να φοράνε πέπλο. Ενδιαφέρον είναι ότι τιμωρία υπήρχε μόνο για τις «μη σεβαστές γυναίκες» που θα τολμούσαν να βάλουν πέπλο και όχι για τις υπόλοιπες, εάν δεν το φόραγαν.

Διαφοροποιήσεις ανά κοινωνία υπάρχουν και στην μορφή και τον τρόπο αποπληρωμής των οικονομικών δανείων. Στην αρχαία Μεσοποταμία υπήρχαν έντοκα και άτοκα δάνεια. Τα άτοκα δάνεια δίνονταν σε συγγενείς και σε κοντινά πρόσωπα και αναφέρονται ως «χάρες» (gimillum), ενώ τα έντοκα από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς σε κάθε ενδιαφερόμενο.9 Στην αρχαία Ελλάδα αλλά και Ρώμη, όπου οι τόκοι ήταν νόμιμοι σύμφωνα με το δίκαιο, θεωρούταν ευρέως ανήθικο να απαιτούνται από κάποιον.10 Στην σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, η ύπαρξη τόκων δικαιολογείται ως «την αποζημίωση που δίνει ο δανειζόμενος στον δανειστή, για το κέρδος που θα είχε την ευκαιρία να αποκτήσει από την χρήση των χρημάτων που δάνεισε».11

Αυτή η θέση έγινε θεμιτή μέσω της προτεσταντικής ηθικής τους προηγούμενους αιώνες, όπως εξηγεί ο κοινωνιολόγος Max Weber (1864-1920): «εάν ο θεός σου δείξει τον δρόμο νόμιμα να αποκτήσεις περισσότερα από ότι με κάποιον άλλον τρόπο χωρίς να κάνεις κακό σε εσένα ή σε κάποιον άλλο , και εσύ το αρνηθείς παραβιάζεις το κάλεσμα του».12

Έτσι οτιδήποτε ήταν νόμιμο γινόταν ηθικό και μετατρεπόταν σε καθήκον απέναντι στο θεό.13 Ενώ όποιος ήταν αμαρτωλός, θα ήταν πάντα απέναντι στο θεό όπως ένας πελάτης στον μαγαζάτορα : «Κάποιος ο οποίος είναι χρεωμένος, και μέσω όλων των ενάρετων προσπαθειών του, καταφέρνει να αποπληρώσει τον συσσωρευμένο τόκο, αλλά ποτέ το αρχικό κεφάλαιο. »14

Μέσα από αυτόν το παραλληλισμό φαίνεται και η αντίληψη της προτεσταντικής ηθικής για το χρέος. Κάποιος που δεν μπορεί -ακόμα και αν θέλει ή προσπαθεί με όλα τα μέσα- να αποπληρώσει το χρέος του πρέπει να δεχτεί την τιμωρία του θεού. Μια κατάσταση που είναι ίδια με τους κανόνες ηθικής που δημιουργούνται κατά την ετερονομία. Ο ίδιος ο Κάλβιν αιτιολόγησε μάλιστα τα έντοκα δάνεια που έδιναν οι εβραίoι πιστωτές σε ξένους πάνω στον πολιτικό νόμο -δηλαδή στις σχέσεις δύναμης- και στην αμοιβαιότητα.15

Εκτός από τους παραπάνω ηθικούς κανόνες ο προτεσταντισμός απέδωσε μεταξύ άλλων στο καπιταλιστικό σύστημα τον οικονομικό ορθολογισμό του16 και τον ατομικισμό που τον διέπει.17 Αν και ο ορθολογισμός παραμένει στην ίδια του μορφή μέχρι σήμερα μέσω της απόλυτης μαθηματικής ακρίβειας των οικονομικών καθώς και ο ατομικισμός στον τρόπο που εξαναγκάζονται από το σύγχρονο οικονομικό σύστημα να οργανώνονται οι κοινωνίες, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το χρέος. Ενώ στον χριστιανισμό το χρέος είναι κάτι αρνητικό που πρέπει να ξεπληρώνεται με κάθε ευκαιρία και σύμφωνα με τον προτεσταντισμό όποιος δεν ξεπληρώνει το χρέος του πρέπει να τιμωρείται, στην σύγχρονη οικονομική θεωρεία αυτό δεν ισχύει πλέον. Το θεώρημα Modigliani–Miller18 εδραίωσε την λήψη δανείων για την ανάπτυξη των φορέων, χωρίς την άμεση πιθανότητα αποπληρωμής, ενώ διάφορες οικονομικοί μέθοδοι βασισμένες σε μαθηματικές τεχνικές εκμετάλλευσης δανείων όπως το leverage ή το creative accounting είναι συνηθισμένες. Ακόμα και ο καθορισμός των τόκων και η έκδοση ενός δανείου προσδιορίζονται με βάση την πιθανότητα κάποιου να το αποπληρώσει. Έτσι το χρέος από μία ανεκπλήρωτη αμοιβαιότητα μετατράπηκε σε ένα μαθηματικό εργαλείο με σκοπό την ανάπτυξη των φορέων.

Το αν και πότε η ύπαρξη ενός χρέους είναι ανήθικη στο καπιταλιστικό σύστημα δεν καθορίζεται λοιπόν πλέον από μία συστηματοποιημένη σχέση αμοιβαιότητας που ισχύει σε μία κοινωνική ομάδα. Από την στιγμή που έχει γίνει ένα μαθηματικό εργαλείο οποιοσδήποτε ηθικός κανόνας εξάγεται από καταστάσεις ετερονομίας, όπου ο ισχυρός μέσα σε μία σχέση επιβάλλει την άποψη του για την ποιοτική αξιολόγηση του χρέους. Έτσι προτάσσοντας την δήθεν ισχύουσα αμοιβαιότητα σύμφωνα με την προτεσταντική ηθική, πού ποσοτικοποιείται άμεσα μέσω της αριθμητικής φύσης του οικονομικού χρέους, οι φορείς που έχουν τον έλεγχο των πιστώσεων επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες και θεμιτοποιούν καταστάσεις ανάλογα με το κίνητρο τους.

Όπως λέει και μία αμερικάνικη παροιμία: „Εάν χρωστάς στην τράπεζα εκατό χιλιάδες, ανήκεις στην Τράπεζα. Εάν χρωστάς στην τράπεζα εκατό εκατομμύρια, η τράπεζα σου ανήκει. “19

Deutsch

„Sie haben also allen, denen Gebühr zollt, Gebühr gezollt, denen Tribut zollt, Tribut gezollt, denen Respekt zollt, Respekt gezollt, denen Ehre gebührt, Ehre gebührt“.1

Nach der christlichen Moral, welche weitgehend die abendländische Kultur regelt, ist das Bestehen sozialer oder materieller Schulden schlecht, und diese Schulden müssen auf jeden Fall beglichen werden. Gilt dieses moralische Postulat jedoch für alle Arten von gesellschaftlichen Beziehungen, die zwischen Personen oder Institutionen entstehen? Und wie wird eine Verbindlichkeit qualitativ und quantitativ beziffert, vor allem im Rahmen des kapitalistischen Systems, in welchem Verschuldung ein vorherrschendes Instrument für das Fortbestehen der Weltwirtschaft ist?

Um diese Fragen zu beantworten, ist es notwendig, die Rolle der Verschuldung für soziale Beziehungen auf einer moralischen Grundlage zu bestimmen. Moral kann als die Summe aller Verhaltensregeln definiert werden, welche in einer sozialen Gruppe gelten und vom Individuum bereits in jungen Jahren angeeignet werden. Dieser Prozess vollzieht sich in zwei Phasen: Zunächst befindet sich das Individuum in einem Zustand der Heteronomie, anschließend in einem Zustand der Autonomie.2 In der Phase der Heteronomie werden die moralischen Regeln von oben auferlegt und müssen vom Individuum befolgt werden. Im Fall eines Regelverstoßes erfolgt eine Strafe, die als moralisch akzeptabel erwartet wird. In der Phase der Autonomie werden die moralischen Regeln verhandelt; das Individuum entwickelt ein soziales Gewissen und die Reziprozität* wird zum Grundbestandteil der Sozialisierung. Dies geschieht, weil die Existenz einer Gesellschaft – gleichwohl in welcher Form – Kooperation erfordert, und Reziprozität ist die Grundlage der Kooperation. Moralische Schuld entsteht, wenn in einem gesellschaftlichen Kontext eine gegenseitige Beziehung unvollendet bleibt. Das Individuum, das die geltende reziproke Verhaltensnorm nicht erfühlt, ist jetzt verschuldet, da die anderen eine bestimmte Erwartung von ihm hatten, die unerfüllt geblieben ist.

Die Regeln, die das Ergebnis eines Kräfteverhältnisses sind, die Reziprozität oder ihre Nicht-Vollendung und das soziale Gewissen regeln mehr oder weniger jedes moralische Verhalten. Je nach Individuum und Umstand kann eine vordergründig eindeutig formulierte moralische Regel sogar gänzlich gegenteilige Bedeutungen annehmen. So können Ehre und Respekt für eine Person als „gehorchen“ oder „die Macht des anderen anerkennen“ interpretiert werden3 – eine Interpretation, die oft auf Beziehungen zwischen Mafiamitgliedern zutrifft. Entgegengesetzt dazu steht die Interpretation, die eine Anerkennung der Leistungen sieht, welche jemand zugunsten einer sozialen Gruppe erbracht hat, deren gleichwertiges Mitglied er ist.

Dasselbe gilt für die Verschuldung. In der Gesellschaft der Tiv in Nigeria ist es moralisch legitim, die Reziprozität niemals ganz zu vollenden und immer mindestens eine kleine Verbindlichkeit offenzulassen, weil die Begleichung aller Verbindlichkeiten auch das Ende einer sozialen Beziehung bedeutet.4 Die Inuit wiederum waren bis zu ihrer Beeinflussung durch die westliche Kultur so organisiert, dass der Beitrag des Einzelnen dem ganzen Klan zugerechnet wurde.5 So wurde die Reziprozität vom Individuum an die Gesellschaft und nicht an das einzelne Mitglied der Gesellschaft weitergegeben.

Die unterschiedlichen Formen, die eine Verbindlichkeit annimmt, zeigen sich auch in der Art, in der in verschiedenen Kulturen ein Mann um die Hand einer Frau anhält. Bei den Einheimischen der Fidschi Inseln schenkte der Mann der Familie der Frau symbolisch einen Walzahn, um seine Pflicht anzuerkennen. Der Walzahn war in dieser Region das Objekt mit dem größten gesellschaftlichen Wert und wurde für die Umstrukturierung von menschlichen Beziehungen benutzt, deren Wert unermesslich war.6 Entsprechende Überlieferungen existieren auch in anderen Gesellschaften, wo das Geschenk oftmals ein Geldbetrag ist. In Griechenland wiederum war nicht der Mann in der Schuld, sondern die Familie der Frau. Da der Mann nunmehr für die Frau sorgen musste, würde die Familie der Braut weniger Kosten haben. Sie überließ daher einen Teil ihres Vermögens dem Bräutigam, um die entstandene Verbindlichkeit einzulösen.

Unabhängig davon, wie die Reziprozität in der jeweiligen Gesellschaft funktioniert und ob Schulden als positiv oder negativ empfunden werden, ist der Verstoß gegen die geltenden Verhaltensregeln immer unmoralisch. Die Unmoral nimmt oftmals ein solches Maß an, dass eine Strafe als legitim erachtet wird. Mit genau diesem Argument wurde in antiken Gesellschaften die Sklaverei gerechtfertigt. Wenn jemand im alten Griechenland seine Schulden nicht zurückzahlen konnte, wurden er und seine Familie zu Sklaven, die man in diesem Fall „Klienten“ nannte.7 Im Krieg wurden die Besiegten zu Sklaven. Sie verdankten ihr Leben schließlich buchstäblich den Siegern, denn sie hätten von diesen getötet werden können. Im alten Mesopotamien war der Verkauf von Frauen verboten, außer wenn jemand aus ihrer Familie einen Kredit aufnahm.8 Alternativ mussten die Frauen die Schulden durch Prostitution begleichen. Um die „ehrbaren“ von den „nicht ehrbaren“ Frauen zu unterscheiden, mussten alle, die nicht Sklavinnen oder Prostituierte waren, einen Schleier tragen. Interessant ist, dass nur denjenigen eine Strafe drohte, die einen Schleier trugen, ohne ehrbar zu sein, jedoch nicht jenen, die ehrbar waren und keinen Schleier trugen.

Je nach Gesellschaft variieren sowohl die Form als auch die Art der Begleichung von Geldschulden. Im alten Mesopotamien gab es zinslose und verzinste Kredite. Zinslose Kredite wurden Familienangehörigen und nahestehenden Personen gewährt und als „Gefallen“ (gimillum) bezeichnet, verzinste Kredite wurden von öffentlichen und privaten Trägern an Dritte vergeben.9 Im antiken Griechenland und in Rom, wo Zinsen gesetzlich verankert waren, war es generell unmoralisch, diese von jemandem zu fordern.10 In der heutigen kapitalistischen Gesellschaft werden Zinsen als „Entschädigung des Kreditnehmers an den Kreditgeber“ gerechtfertigt und sollen den Gewinn kompensieren, den der Kreditgeber mit dem verliehenem Geld hätte erzielen können.11

Diese Position hat sich mit dem protestantischen Moralbegriff in den vergangenen Jahrhunderten etabliert, wie der Soziologe Max Weber (1864-1920) in seiner Abhandlung über die Protestantische Tugendethik gezeigt hat:

„Wenn Gott Euch einen Weg zeigt, auf dem Ihr ohne Schaden für Eure Seele oder für andere in gesetzmäßiger Weise mehr gewinnen könnt als auf einem anderen Wege und Ihr dies zurückweist und den minder gewinnbringenden Weg verfolgt, dann kreuzt Ihr einender Zwecke Eurer Berufung, Ihr weigert Euch, Gottes Verwalter zu sein“.12

Somit war alles, was gesetzlich zulässig war, auch moralisch legitim und eine Verpflichtung gegenüber Gott.13 Und die Sündigen würden immer gegenüber Gott stehen, wie ein Kunde gegenüber dem Ladenbesitzer steht. „Wer einmal in die Kreide geraten ist, wird mit dem Ertrag all seiner eigenen Verdienste allenfalls die auflaufenden Zinsen, niemals aber die Hauptsumme abtragen können.“14

In diesem Parallelismus zeigt sich die Auffassung der protestantischen Moral über Verschuldung. Jemand, der seine Schulden nicht abbezahlen kann – oder nicht möchte oder sich nicht aufrichtig bemüht –, muss die Strafe Gottes hinnehmen. Dies ist eine Situation, die den moralischen Regeln ähnelt, welche in der menschlichen Entwicklungsphase der Heteronomie entstehen. Calvin selbst begründete die verzinslichten Kredite, die jüdische Kreditgeber Fremden gewährten, mit dem Zivilrecht, d.h. mit den Kräfteverhältnissen und der Reziprozität.15

Neben den oben genannten moralischen Regeln gab der Protestantismus dem Kapitalismus unter anderem seine wirtschaftliche Rationalität16 und den Individualismus, der ihm immanent ist.17 Absolute mathematische Präzision suggeriert bis heute Rationalität im Finanzwesen. Das moderne Finanzwesen zwingt nach wie vor die Gesellschaft, sich individualistisch zu organisieren. Ausgerechnet die Verschuldung hat aber ihre negative moralische Konnotation verloren. Während im Christentum Schulden etwas Schlechtes anhaftete, Schulden bei jeder Gelegenheit beglichen werden mussten und der Protestantismus eine Strafe vorsah, falls jemand seine Schulden nicht beglich, gilt dies in der modernen Wirtschaftstheorie nicht mehr. Das Theorem von Modigliani–Miller18 etablierte die Gewährung von Krediten zum Zweck des Wachstums der Träger, ohne die unmittelbare Möglichkeit einer Tilgung. Gleichzeitig sind verschiedene Finanzmethoden verbreitet, die sich auf mathematische Kreditnutzungsmethoden stützen, etwa Leverage oder Creative Accounting. Selbst die Festsetzung der Zinsen und die Vergabe eines Kredits orientieren sich an der Wahrscheinlichkeit, dass der Kreditnehmer die Geldsumme zurückzahlt. Somit verwandelt sich Verschuldung von einer unvollendeten Reziprozität zu einem mathematischen Instrument mit dem Ziel des Wachstums der Träger.

Ob und wann die Existenz einer Schuld im kapitalistischen System unmoralisch ist, wird nicht mehr auf der Grundlage einer innerhalb einer gesellschaftlichen Gruppe systematisierten Reziprozitätsbeziehung festgelegt. Sobald sie zu einem mathematischen Gesetz geworden ist, wird sie aus dem Umstand der Heteronomie extrahiert, bei dem der Starke in einer sozialen Beziehung seine eigene Auffassung über die qualitative Bewertung von Schuld durchsetzt. Unter dem Vorwand der vermeintlich geltenden Reziprozität nach der protestantischen Moral, die durch die arithmetische Natur der Verschuldung unmittelbar quantifiziert wird, setzen die Träger somit ihre Regeln durch und etablieren Zustände gemäß ihren Zwecken und Motiven.

Wie ein amerikanisches Sprichwort lautet: „Wenn du der Bank hundert Tausend schuldest, gehörst Du der Bank. Wenn du der Bank hundert Millionen schuldest, gehört die Bank Dir.“19


  1. Πέτρος, Προς Ρωμαίους. Κεφ. 13.7.
  2. Jean Piaget, The moral judgment of the child, (New York, NY, USA: Free Press, 1948), 17.
  3. Thomas Hobbes, Leviathan, (Petersborough, Canada: Broadview Editions, 2011), 95–96.
  4. David Graeber, Debt: The first 5000 years, (Brooklyn, NY,USA: Melville House, 2011), 105.
  5. Peter Kropotkin, Mutual Aid, (Mineola, NY,US: Dover Publications, 2006), 79.
  6. David Graeber, Debt: The first 5000 years, 131.
  7. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, ΙΙ.2.
  8. David Graeber, Debt: The first 5000 years, 184.
  9. Klaus R. Veenhof, Silver and Credit in Old Assyrian Trade, in Trade and Finance in Ancient Mesopotamia, Nederlands (Historisch-Archaeologisch Instituut Te Istanbul, 1999), 57.
  10. Ludwig Von Mises, The Theory of Money and Credit, (Indianapolis, US: Liberty Fund), I.5.28.
  11. Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of The Wealth Of Nations, (London, UK: The electronic Book Company), 80.
  12. Max Weber, The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, (London: Routledge Classics, 2001), 108.
  13. Max Weber, The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, 120.
  14. Max Weber, The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, 77.
  15. John Calvin, Commentaries on the four last books of Moses arranged in the form of a harmony, Vol. III, (Edinburgh: Printed for the Calvin Translation Society), 128.
  16. Max Weber, The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, 37.
  17. Max Weber, The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism, 69.
  18. Franco Modigliani; Merton H. Miller, The Cost of Capital, Corporation Finance and the Theory of Investment, In: The American Economic Review, Vol. 48, No. 3. (Jun., 1958), 261–297.
  19. David Graeber, Debt: The first 5000 years, 1.

Feedback

Anmerkung: Die Angabe Ihrer E-Mail-Adresse dient nur dazu, dass wir Sie benachrichtigen können, wenn Ihr Kommentar freigeschaltet wird. Sie wird nicht mit Ihrem Kommentar angezeigt oder anderweitig veröffentlicht.